sunglass
sung
ˈsʌng
sang
lass
lɑ:s
laas
subclass

Ορισμός και σημασία του "sunglass"στα αγγλικά

01

κυρτό φακό, μεγεθυντικός φακός

a convex lens that focuses the rays of the sun; used to start a fire 
sunglass definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sunglasses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store