sunflower
Pronunciation
/ˈsʌnˌflaʊɚ/

Ορισμός και σημασία του "sunflower"στα αγγλικά

01

ηλιοτρόπιο, ηλίανθος

a plant with a tall stem and a round yellow flower
sunflower definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sunflowers
Παραδείγματα
The sunflower is known for its large, bright yellow blooms.
Ο ηλιοτρόπιο είναι γνωστός για τα μεγάλα, φωτεινά κίτρινα άνθη του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store