Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sundress
01
καλοκαιρινό φόρεμα, ελαφρύ φόρεμα
a light, loose-fitting dress, typically made of cotton, and designed to be worn on hot days
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sundresses
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sundress
sun
dress



























