Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sunder
01
χωρίζω, σχίζω
to forcefully break or separate something
Transitive: to sunder sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sunder
γ΄ ενικό πρόσωπο
sunders
ενεστώτα μετοχή
sundering
απλός αόριστος
sundered
παθητική μετοχή
sundered
Παραδείγματα
The earthquake threatened to sunder the ancient bridge, causing concern among the villagers.
Ο σεισμός απειλούσε να σχίσει την αρχαία γέφυρα, προκαλώντας ανησυχία στους χωρικούς.



























