Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sunburn
01
ηλιακό έγκαυμα, έγκαυμα από τον ήλιο
pain and redness of the skin caused by overexposure to the sun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sunburns
Παραδείγματα
After spending the entire day at the beach without sunscreen, she suffered from a severe sunburn.
Αφού πέρασε όλη την ημέρα στην παραλία χωρίς αντηλιακό, υπέστη σοβαρό ηλιακό έγκαυμα.
02
ηλιακό έγκαυμα, μαύρισμα
a condition where the skin turns red and irritated from too much sun exposure, often resulting in a tan afterward
Παραδείγματα
A sunburn can be painful, but after it heals, it often leaves behind a tan.
Ένας ηλιακός ερεθισμός μπορεί να είναι επώδυνος, αλλά μετά την επούλωση, συχνά αφήνει ένα μαύρισμα.
to sunburn
01
καίγομαι από τον ήλιο, παθαίνω ηλιακό έγκαυμα
to cause the skin to become red, sore, or damaged from excessive exposure to sunlight
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sunburn
γ΄ ενικό πρόσωπο
sunburns
ενεστώτα μετοχή
sunburning
απλός αόριστος
sunburned
παθητική μετοχή
sunburned
Παραδείγματα
He forgot sunscreen and sunburned his shoulders.
Ξέχασε το αντηλιακό και έκανε ηλιακό έγκαυμα στους ώμους.



























