sulfur dioxide
sul
ˈsʌl
σαλ
fur
fə
φα
diox
daɪɒk
νταιοκ
ide
saɪd
σαιντ

Ορισμός και σημασία του "sulfur dioxide"στα αγγλικά

Sulfur dioxide
01

διοξείδιο του θείου, ανυδρίτης θειώδους

a colorless gas emitted from burning sulfur-containing fuels, industrial activities, and volcanic eruptions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sulfur dioxides
Παραδείγματα
Volcanic eruptions release sulfur dioxide into the atmosphere, affecting air composition and climate. 

Οι ηφαιστειακές εκρήξεις απελευθερώνουν διοξείδιο του θείου στην ατμόσφαιρα, επηρεάζοντας τη σύνθεση του αέρα και το κλίμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store