to betide
Pronunciation
/bɪˈtaɪd/

Ορισμός και σημασία του "betide"στα αγγλικά

to betide
01

συμβαίνω, λαμβάνω χώρα

to take place, especially in a way that seems inevitable
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
betide
γ΄ ενικό πρόσωπο
betides
ενεστώτα μετοχή
betiding
απλός αόριστος
betided
παθητική μετοχή
betided
Παραδείγματα
It 's impossible to predict what might betide in such uncertain times.
Είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς τι μπορεί να συμβεί σε τόσο αβέβαιους καιρούς.
02

συμβαίνω, τυγχάνω

to happen to someone, often with a sense of fate or consequence
Transitive: to betide sb
Παραδείγματα
Blessings betide those who remain humble and kind.
Οι ευλογίες συμβαίνουν σε εκείνους που παραμένουν ταπεινοί και ευγενικοί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store