Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to betide
01
συμβαίνω, λαμβάνω χώρα
to take place, especially in a way that seems inevitable
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
betide
γ΄ ενικό πρόσωπο
betides
ενεστώτα μετοχή
betiding
απλός αόριστος
betided
παθητική μετοχή
betided
Παραδείγματα
It 's impossible to predict what might betide in such uncertain times.
Είναι αδύνατο να προβλέψει κανείς τι μπορεί να συμβεί σε τόσο αβέβαιους καιρούς.



























