Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suffocation
01
ασφυξία, πνιγμός
the act of causing death by preventing someone from breathing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ασφυξία, πνιγμός
in a wry manner
03
ασφυξία, πνιγμός
the condition of being deprived of oxygen (as by having breathing stopped)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
suffocation
suffocate



























