sufficient
Pronunciation
/səˈfɪʃənt/

Ορισμός και σημασία του "sufficient"στα αγγλικά

sufficient
01

αρκετός, κατάλληλος

having enough of something to meet a particular need or requirement

adequate

due

sufficient definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sufficient
συγκριτικός βαθμός
more sufficient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evidence presented in court was deemed sufficient to convict the defendant.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο κρίθηκαν επαρκή για να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store