Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sufficient
01
αρκετός, κατάλληλος
having enough of something to meet a particular need or requirement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sufficient
συγκριτικός βαθμός
more sufficient
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The evidence presented in court was deemed sufficient to convict the defendant.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο κρίθηκαν επαρκή για να καταδικάσουν τον κατηγορούμενο.
Λεξικό Δέντρο
insufficient
sufficiently
sufficient
suffici



























