succulent
su
ˈsʌ
sa
ccu
kjʊ
kyoo
lent
lənt
lēnt

Ορισμός και σημασία του "succulent"στα αγγλικά

01

ζουμερός, γευστικός

juicy and full of flavor 
succulent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most succulent
συγκριτικός βαθμός
more succulent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The grilled steak was so succulent that it practically melted in my mouth with each bite. 

Το ψητό μπριζόλα ήταν τόσο ζουμερό που σχεδόν λιώνει στο στόμα μου με κάθε δαγκωμα.

02

χυμώδης, σαρκώδης

(of a plant) having thick, fleshy parts that store moisture, typically found in plants adapted to dry conditions 
Παραδείγματα
The cactus is a succulent plant, storing water in its thick leaves. 

Ο κάκτος είναι ένα χορτοφάγο φυτό, που αποθηκεύει νερό στα παχιά του φύλλα.

01

παχύφυτο, παχύφυτο

a type of plant that stores water in its leaves, stems, or roots, often characterized by thick, fleshy parts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
succulents
Παραδείγματα
Aloe vera is a popular succulent used for its medicinal properties. 

Η αλόη βέρα είναι ένα δημοφιλές παχύφυτο που χρησιμοποιείται για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες.

Λεξικό Δέντρο

succulent
succul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store