Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to subsist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
subsist
γ΄ ενικό πρόσωπο
subsists
ενεστώτα μετοχή
subsisting
απλός αόριστος
subsisted
παθητική μετοχή
subsisted
Παραδείγματα
Some animals subsist on a diet of leaves and fruits found in their natural habitat.
Μερικά ζώα επιβιώνουν με μια δίαιτα από φύλλα και φρούτα που βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
subsistence
subsister
subsist



























