subsidy
sub
ˈsʌb
sab
si
si
dy
di
di

Ορισμός και σημασία του "subsidy"στα αγγλικά

01

επιδότηση, οικονομική ενίσχυση

an amount of money that a government or organization pays to lower the costs of producing goods or providing services so that prices do not increase 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subsidies
Παραδείγματα
The government provides subsidies to farmers to support agricultural production and maintain food security. 

Η κυβέρνηση παρέχει επιδοτήσεις στους αγρότες για να υποστηρίξει τη γεωργική παραγωγή και να διατηρήσει την ασφάλεια τροφίμων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store