Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subsidiary
01
θυγατρική εταιρεία, θυγατρική
a business company controlled or owned by a holding or parent company
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subsidiaries
Παραδείγματα
The retail chain has subsidiaries in different countries.
Η αλυσίδα λιανικής έχει θυγατρικές σε διάφορες χώρες.
02
υποτελής, βοηθητικός
an assistant subject to the authority or control of another
subsidiary
01
βοηθητικός, δευτερεύων
functioning in a supporting capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























