Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subjectively
01
υποκειμενικά
in a way that reflects a person's personal opinions, feelings, or experiences
Παραδείγματα
Because he was emotionally involved, he could n't assess the situation subjectively.
Επειδή ήταν συναισθηματικά εμπλεκόμενος, δεν μπορούσε να αξιολογήσει την κατάσταση υποκειμενικά.
Παραδείγματα
Emotions are subjectively experienced and can not be directly observed by others.
Τα συναισθήματα βιώνονται υποκειμενικά και δεν μπορούν να παρατηρηθούν άμεσα από άλλους.
Λεξικό Δέντρο
subjectively
subjective
subject



























