Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subjugation
01
υποταγή, υποδούλωση
the state of being forced to submit to the authority or control of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The people resisted years of subjugation and oppression.
Οι άνθρωποι αντιστάθηκαν σε χρόνια υποταγής και καταπίεσης.
02
υποταγή, υποδούλωση
the action of bringing a people, region, or group under control
Παραδείγματα
Literature from the period reflects the brutality of subjugation.
Η λογοτεχνία της περιόδου αντανακλά τη βιαιότητα της υποταγής.
Λεξικό Δέντρο
subjugation
subjugate



























