subjugation
sub
ˌsʌb
σαμπ
ju
ʤu:
τζου
ga
ˈgeɪ
γκει
tion
ʃən
σαν
/sˌʌbd‍ʒuːɡˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "subjugation"στα αγγλικά

01

υποταγή, υποδούλωση

the state of being forced to submit to the authority or control of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The people resisted years of subjugation and oppression.
Οι άνθρωποι αντιστάθηκαν σε χρόνια υποταγής και καταπίεσης.
02

υποταγή, υποδούλωση

the action of bringing a people, region, or group under control
Παραδείγματα
Literature from the period reflects the brutality of subjugation.
Η λογοτεχνία της περιόδου αντανακλά τη βιαιότητα της υποταγής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store