Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subjugation
01
υποταγή, υποδούλωση
the state of being forced to submit to the authority or control of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The villagers lived under the subjugation of a tyrannical ruler.
Οι χωρικοί ζούσαν υπό την υποταγή ενός τυραννικού κυβερνήτη.
02
υποταγή, υποδούλωση
the action of bringing a people, region, or group under control
Παραδείγματα
The subjugation of the territory followed a long military campaign.
Η υποταγή της επικράτειας ακολούθησε μια μακρά στρατιωτική εκστρατεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
subjugation
subjugate



























