acme
ac
ˈæk
āk
me
mi
mi

Ορισμός και σημασία του "acme"στα αγγλικά

01

κορυφή, ακμή

the highest point in development or achievement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
acmes
Παραδείγματα
Winning the Nobel Prize marked the acme of her scientific career. 

Η κατάκτηση του Βραβείου Νόμπελ σημάδεψε την κορυφή της επιστημονικής της καριέρας.

02

κορυφή, απόγειο

an exemplar that embodies the ultimate standard of perfection in its category 
Παραδείγματα
The new electric car is the acme of automotive efficiency. 

Το νέο ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι η κορυφή της αυτοκινητικής απόδοσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store