Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stupor
01
λήθαργος, torpor
a state in which a person is only partially conscious and largely unresponsive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stupors
Παραδείγματα
After the accident, he was in a stupor and barely reacted.
Μετά το ατύχημα, ήταν σε λήθαργο και απαντούσε μόλις.
02
λήθαργος, ζάλη
a numbed state caused by sudden shock, grief, or misfortune
Παραδείγματα
She was in a stupor after hearing the news of the fire.
Βρισκόταν σε κατάπληξη αφού άκουσε την είδηση της πυρκαγιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stuporous
stupor



























