stupor
Pronunciation
/ˈstupɝ/

Ορισμός και σημασία του "stupor"στα αγγλικά

01

λήθαργος, torpor

a state in which a person is only partially conscious and largely unresponsive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stupors
Παραδείγματα
Doctors monitored her stupor closely.
Οι γιατροί παρακολούθησαν στενά την κατάπληξή της.
02

λήθαργος, ζάλη

a numbed state caused by sudden shock, grief, or misfortune
Παραδείγματα
She remained in a stupor after losing her job.
Παρέμεινε σε κατάπληξη αφού έχασε τη δουλειά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store