Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stupor
01
λήθαργος, torpor
a state in which a person is only partially conscious and largely unresponsive
Παραδείγματα
Doctors monitored her stupor closely.
Οι γιατροί παρακολούθησαν στενά την κατάπληξή της.
02
λήθαργος, ζάλη
a numbed state caused by sudden shock, grief, or misfortune
Παραδείγματα
She remained in a stupor after losing her job.
Παρέμεινε σε κατάπληξη αφού έχασε τη δουλειά της.
Λεξικό Δέντρο
stuporous
stupor



























