Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stroll
01
βόλτα, περίπατος
a relaxed walk taken for enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strolls
Παραδείγματα
We enjoyed a stroll through the botanical gardens.
Απολαύσαμε μια βόλτα μέσα από τα βοτανικά κήπους.
to stroll
01
περιπατώ, βαδίζω άνετα
to walk leisurely or casually, typically without a specific destination or purpose, often for enjoyment or relaxation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
stroll
γ΄ ενικό πρόσωπο
strolls
ενεστώτα μετοχή
strolling
απλός αόριστος
strolled
παθητική μετοχή
strolled
Παραδείγματα
On a pleasant evening, they decided to stroll along the beach.
Σε μια ευχάριστη βραδιά, αποφάσισαν να περιπλανηθούν κατά μήκος της παραλίας.



























