Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acknowledged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acknowledged
συγκριτικός βαθμός
more acknowledged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her hard work was acknowledged with a promotion.
Η σκληρή δουλειά της αναγνωρίστηκε με μια προαγωγή.
02
αναγνωρισμένος, αποδεκτός
generally accepted
Λεξικό Δέντρο
unacknowledged
acknowledged



























