Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strident
01
στριγκός, διαπεραστικός
loud and harsh-sounding, often causing discomfort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strident
συγκριτικός βαθμός
more strident
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The strident alarm jolted everyone awake in the middle of the night.
Ο διαπεραστικός συναγερμός ξύπνησε όλους στη μέση της νύχτας.
02
στριγκλός, οξύς
communicating in a manner that is forceful
Παραδείγματα
The politician's strident speech polarized the audience.
Ο οξύς λόγος του πολιτικού πόλωσε το κοινό.
03
στριγκός, οξύς
(of a speech sound) having a hissing or hushing quality, often associated with "s" or "sh" sounds
Παραδείγματα
The strident "s" in "snake" was very pronounced.
Το στριφνό "σ" στο "φίδι" ήταν πολύ έντονο.
Λεξικό Δέντρο
stridently
strident
stride



























