stridency
stri
ˈstraɪ
strai
den
dən
dēn
cy
si
si
stringency

Ορισμός και σημασία του "stridency"στα αγγλικά

01

οξύτητα, διαπεραστικότητα

the quality of being loud and unpleasant to listen to 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The stridency of the alarm clock made it impossible to ignore in the morning. 

Η διαπεραστική ηχητική ειδοποίηση του ξυπνητηρίου την έκανε αδύνατο να αγνοηθεί το πρωί.

Λεξικό Δέντρο

stridency
stridence
stride
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store