stress fracture
stress
ˈstrɛs
stres
frac
fræk
frāk
ture
ʧə
chē

Ορισμός και σημασία του "stress fracture"στα αγγλικά

Stress fracture
01

κάταγμα από άγχος, ρήξη από κόπωση

a small crack in a bone, typically caused by repetitive stress or overuse of the affected area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stress fractures
Παραδείγματα
The runner developed a stress fracture in her shin after increasing her mileage too quickly. 

Ο δρομέας ανέπτυξε μια κάταγμα από κόπωση στην κνήμη της μετά την αύξηση των χιλιομέτρων της πολύ γρήγορα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store