stormy
stor
ˈstɔ:
staw
my
mi
mi
storystorey

Ορισμός και σημασία του "stormy"στα αγγλικά

01

θυελλώδης, καταιγιστικός

having strong winds, rain, or severe weather conditions 
stormy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stormiest
συγκριτικός βαθμός
stormier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stormy skies darkened as the approaching thunderclouds rolled in. 

Οι θυελλώδεις ουρανοί σκοτείνιασαν καθώς πλησίαζαν οι καταιγίδες.

02

θυελλώδης, οργισμένος

involving bitter arguments and angry feelings 
Παραδείγματα
The debate became stormy as the two sides clashed over key issues. 

Η συζήτηση έγινε θυελλώδης καθώς οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν για βασικά ζητήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store