Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stormy
01
θυελλώδης, καταιγιστικός
having strong winds, rain, or severe weather conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stormiest
συγκριτικός βαθμός
stormier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stormy skies darkened as the approaching thunderclouds rolled in.
Οι θυελλώδεις ουρανοί σκοτείνιασαν καθώς πλησίαζαν οι καταιγίδες.
Παραδείγματα
The debate became stormy as the two sides clashed over key issues.
Η συζήτηση έγινε θυελλώδης καθώς οι δύο πλευρές συγκρούστηκαν για βασικά ζητήματα.
Λεξικό Δέντρο
stormily
storminess
stormy
storm



























