stony
sto
ˈstəʊ
stew
ny
ni
ni
storystogy

Ορισμός και σημασία του "stony"στα αγγλικά

01

πετρώδης, βραχώδης

characterized by the presence of stones or rocks 
stony definition and meaning
Παραδείγματα
The hikers navigated the stony path, careful not to trip on loose rocks. 

Οι πεζοπόροι πέρασαν το βραχώδες μονοπάτι, προσέχοντας να μην σκοντάψουν σε χαλαρούς βράχους.

02

πετρώδης, βραχώδης

hard as granite 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stoniest
συγκριτικός βαθμός
stonier
διαβαθμίσιμο
03

αναίσθητος, σκληρός

showing unfeeling resistance to tender feelings 

Λεξικό Δέντρο

stonily
stony
stone
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store