stonk
stonk
stɒnk
stonk
stockstinkstork

Ορισμός και σημασία του "stonk"στα αγγλικά

01

στονκ, μετοχούλα

(usually plural) a misspelling of stock, often used online to refer to shares, especially those expected to rise in value 
χιουμοριστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stonks
Παραδείγματα
Everyone on Reddit was hyping up the stonks. 

Όλοι στο Reddit διέδιδαν hype για τα στονκς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store