Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stoat
01
ερμίνα, νυφίτσα με κοντή ουρά
a weasel-like mammal with a short tail and brown or all-white fur that mainly inhabits North Eurasia and North America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stoats



























