to stink
stink
stɪnk
stink
stickslinkskinkstirk

Ορισμός και σημασία του "stink"στα αγγλικά

to stink
01

βρομάω, μυρίζω άσχημα

to have a bad and unpleasant smell 
Intransitive
to stink definition and meaning
Παραδείγματα
The garbage bin began to stink after sitting in the sun for a few days. 

Ο κάδος απορριμάτων άρχισε να βρομά αφού έμεινε στον ήλιο για μερικές μέρες.

02

βρομάω, έχω δυσάρεστη μυρωδιά

to be morally wrong or unpleasant 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
stink
γ΄ ενικό πρόσωπο
stinks
ενεστώτα μετοχή
stinking
απλός αόριστος
stank
παθητική μετοχή
stunk
Παραδείγματα
The corruption scandal surrounding the politician really made the whole government stink. 

Το σκάνδαλο διαφθοράς γύρω από τον πολιτικό έκανε πραγματικά ολόκληρη την κυβέρνηση να βρωμάει.

01

δυσωδία, άσχημη μυρωδιά

a distinctive odor that is offensively unpleasant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stinks

Λεξικό Δέντρο

stinker
stinking
stink
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store