stimulant drug
sti
ˈstɪ
sti
mu
mjʊ
myoo
lant
lənt
lēnt
drug
drʌg
drag

Ορισμός και σημασία του "stimulant drug"στα αγγλικά

Stimulant drug
01

διεγερτικό φάρμακο

a type of drug that enhances alertness, energy, and activity levels by stimulating the central nervous system 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stimulant drugs
Παραδείγματα
Doctors may prescribe a stimulant drug to help manage symptoms of ADHD. 

Οι γιατροί μπορεί να συνταγογραφήσουν ένα διεγερτικό φάρμακο για να βοηθήσουν στη διαχείριση των συμπτωμάτων του ADHD.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store