excitant
exc
ɛks
εκσ
i
ˈɪ
ι
tant
tənt
ταντ
/ɛksˈɪtənt/

Ορισμός και σημασία του "excitant"στα αγγλικά

01

διεγερτικό

a substance that stimulates physical or mental activity, enhancing alertness or energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excitants
Παραδείγματα
Athletes must be cautious about using excitants, as some may be banned substances.
Οι αθλητές πρέπει να είναι προσεκτικοί με τη χρήση διεγερτικών, καθώς ορισμένα μπορεί να είναι απαγορευμένες ουσίες.
01

διεγερτικός

(of drugs e.g.) able to excite or stimulate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excitant
συγκριτικός βαθμός
more excitant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store