Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excitant
01
διεγερτικό
a substance that stimulates physical or mental activity, enhancing alertness or energy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excitants
Παραδείγματα
Athletes must be cautious about using excitants, as some may be banned substances.
Οι αθλητές πρέπει να είναι προσεκτικοί με τη χρήση διεγερτικών, καθώς ορισμένα μπορεί να είναι απαγορευμένες ουσίες.
excitant
01
διεγερτικός
(of drugs e.g.) able to excite or stimulate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excitant
συγκριτικός βαθμός
more excitant
διαβαθμίσιμο



























