Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stimulant drug
01
διεγερτικό φάρμακο
a type of drug that enhances alertness, energy, and activity levels by stimulating the central nervous system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stimulant drugs
Παραδείγματα
Stimulant drugs affect the brain ’s dopamine levels, impacting mood and focus.
Τα διεγερτικά φάρμακα επηρεάζουν τα επίπεδα ντοπαμίνης στον εγκέφαλο, επηρεάζοντας τη διάθεση και τη συγκέντρωση.



























