stimulant
Pronunciation
/ˈstɪmjəɫənt/

Ορισμός και σημασία του "stimulant"στα αγγλικά

01

διεγερτικό, επεγερτικό

a substance that boosts mental or physical activity, leading to increased alertness and energy levels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stimulants
Παραδείγματα
Stimulants are sometimes used in medical treatments to increase heart rate.
Τα διεγερτικά χρησιμοποιούνται μερικές φορές σε ιατρικές θεραπείες για να αυξήσουν τον καρδιακό ρυθμό.
02

διεγερτικό, ερεθιστικό

any stimulating information or event; acts to arouse action
01

διεγερτικός, ενθαρρυντικός

that stimulates
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stimulant
συγκριτικός βαθμός
more stimulant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store