to stick with
stick
stɪk
stik
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "stick with"στα αγγλικά

to stick with
01

επιμένω σε, παραμένω πιστός σε

to persist in doing a plan, idea, or course of action over time 
Transitive: to stick with a plan or idea
to stick with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick with
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks with
ενεστώτα μετοχή
sticking with
απλός αόριστος
stuck with
παθητική μετοχή
stuck with
Παραδείγματα
I'm going to stick with my diet and exercise routine until I reach my goals. 

Πρόκειται να παραμείνω στη δίαιτα και τη ρουτίνα γυμναστικής μου μέχρι να φτάσω τους στόχους μου.

02

μένω χαραγμένος, παραμένω στη μνήμη

to persistently remain in one's thoughts or memory over time 
Transitive: to stick with sb
Παραδείγματα
The inspiring speech really stuck with me and changed my perspective. 

Η εμπνευσμένη ομιλία πραγματικά κόλλησε μαζί μου και άλλαξε την προοπτική μου.

03

παραμένω πιστός σε, είμαι με

to stay committed to someone 
Transitive: to stick with sb
Παραδείγματα
I’ll stick with you through all the challenges. 

Θα μείνω μαζί σου μέσα από όλες τις προκλήσεις.

04

μένω με, κολλώ σε

to remain close to someone and accompany them wherever they go, often for assistance or protection 
Transitive: to stick with sb
Παραδείγματα
The bodyguard stuck with the celebrity to ensure their safety in the crowd. 

Ο σωματοφύλακας έμεινε με τη διασημότητα για να εξασφαλίσει την ασφάλειά τους στο πλήθος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store