stick-up
stick
stɪk
stik
up
ʌp
ap
wickup

Ορισμός και σημασία του "stick-up"στα αγγλικά

01

ληστεία, κλοπή

a robbery, typically involving a threat or use of force 
stick-up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stick-ups
Παραδείγματα
The convenience store was hit by a stick-up last night. 

Το παντοπωλείο δέχθηκε ληστεία χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store