stepsister
step
ˈstɛp
step
sis
sɪs
sis
ter

Ορισμός και σημασία του "stepsister"στα αγγλικά

01

ετεροθαλής αδελφή, θετή αδελφή

the daughter of one's stepfather or stepmother from a previous relationship 
stepsister definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stepsisters
Παραδείγματα
She and her stepsister became best friends, sharing secrets and dreams. 

Αυτή και η ετεροθαλής αδελφή της έγιναν κολλητές φίλες, μοιράζοντας μυστικά και όνειρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store