stepson
step
ˈstɛp
step
son
sʌn
san

Ορισμός και σημασία του "stepson"στα αγγλικά

01

θετός γιος, γιος του συζύγου από μια προηγούμενη σχέση

the son of one's spouse from a past relationship 
stepson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stepsons
Παραδείγματα
His stepson quickly adjusted to the new family dynamic and felt right at home. 

Θετός γιος προσαρμόστηκε γρήγορα στη νέα οικογενειακή δυναμική και αισθάνθηκε σαν στο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store