stepfather
step
ˈstɛp
step
fa
ˌfɑ:
faa
ther
ðə
dhē
stepmother

Ορισμός και σημασία του "stepfather"στα αγγλικά

01

πατριός, δεύτερος πατέρας

the man that is married to one's parent but is not one's biological father 
stepfather definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stepfathers
Παραδείγματα
Her stepfather taught her how to drive, patiently guiding her through each lesson. 

Ο πατριός της την δίδαξε να οδηγεί, καθοδηγώντας την υπομονετικά σε κάθε μάθημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store