Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stepfather
01
πατριός, δεύτερος πατέρας
the man that is married to one's parent but is not one's biological father
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stepfathers
Παραδείγματα
The stepfather attended every school event, showing his unwavering support for his stepchildren.
Ο πατριός παρακολούθησε κάθε σχολική εκδήλωση, δείχνοντας την ακλόνητη στήριξή του για τα θετά του παιδιά.



























