stealth
Pronunciation
/ˈstɛɫθ/

Ορισμός και σημασία του "stealth"στα αγγλικά

01

λαθραιότητα, διακριτικότητα

the ability to move or act in a secretive or inconspicuous manner, often to avoid being noticed or detected by others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The military aircraft employed advanced stealth technology to avoid detection by enemy radar.
Το στρατιωτικό αεροσκάφος χρησιμοποίησε προηγμένη τεχνολογία αορατότητας για να αποφύγει την ανίχνευση από το εχθρικό ραντάρ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store