Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
steadfast
01
σταθερός, ακλόνητος
showing a consistent and unswerving commitment to a cause, person, or principle
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
steadfastest
συγκριτικός βαθμός
steadfaster
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing challenges, she remained steadfast in her commitment to her goals.
Παρά τις προκλήσεις, παρέμεινε σταθερή στη δέσμευσή της για τους στόχους της.
02
σταθερός, ακλόνητος
firmly secured in one position and unable to move or change
Παραδείγματα
Despite the strong winds, the tree remained steadfast, firmly rooted in the ground.
Παρά τους δυνατούς ανέμους, το δέντρο παρέμεινε σταθερό, γερριζωμένο στο έδαφος.
Λεξικό Δέντρο
steadfastly
steadfastness
steadfast



























