Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stave
01
πεντάγραμμο, στάβος μουσικής
a set of horizontal lines and spaces on which musical notes are written
Dialect
British
Παραδείγματα
The composer wrote the melody on the treble stave, while the bass stave carried the accompanying harmonies.
Ο συνθέτης έγραψε τη μελωδία στην πεντάγραμμη των υψηλών νοτών, ενώ η πεντάγραμμη των χαμηλών νοτών έφερε τις συνοδευτικές αρμονίες.
02
σανίδα, λαβίδι
one of several thin slats of wood forming the sides of a barrel or bucket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
staves
03
εγκάρσια ράβδος, διατομή
a crosspiece between the legs of a chair
to stave
01
τρυπώ, εκρήγνυμαι
burst or force (a hole) into something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stave
γ΄ ενικό πρόσωπο
staves
ενεστώτα μετοχή
staving
απλός αόριστος
stove
παθητική μετοχή
stove
02
εξοπλίζω με σανίδες, προμηθεύω με ράβδους
furnish with staves



























