statistic
Pronunciation
/stəˈtɪstɪk/

Ορισμός και σημασία του "statistic"στα αγγλικά

01

στατιστική, στατιστικά δεδομένα

a number or piece of data representing measurements or facts
statistic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
statistics
Παραδείγματα
The statistics revealed that a large percentage of people prefer to work from home.
Οι στατιστικές αποκάλυψαν ότι ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων προτιμά να εργάζεται από το σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store