Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
starving
01
πεινασμένος, πεθαίνει από την πείνα
desperately needing or wanting food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most starving
συγκριτικός βαθμός
more starving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children returned home from playing outside, absolutely starving and asking for a snack.
Τα παιδιά γύρισαν σπίτι μετά από παιχνίδι έξω, πεινασμένα και ζητώντας ένα σνακ.
Starving
01
λιμοκτονία, στέρηση τροφής
the act of depriving of food or subjecting to famine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
starving
starve



























