starving
star
ˈstɑr
σταρ
ving
vɪng
βινγκ
/stˈɑːvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "starving"στα αγγλικά

01

πεινασμένος, πεθαίνει από την πείνα

desperately needing or wanting food
starving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most starving
συγκριτικός βαθμός
more starving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children returned home from playing outside, absolutely starving and asking for a snack.
Τα παιδιά γύρισαν σπίτι μετά από παιχνίδι έξω, πεινασμένα και ζητώντας ένα σνακ.
01

λιμοκτονία, στέρηση τροφής

the act of depriving of food or subjecting to famine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

starving
starve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store