Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand back
01
υποχωρώ, κρατιέμαι σε απόσταση
to position oneself at a distance from an object or person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand back
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands back
ενεστώτα μετοχή
standing back
απλός αόριστος
stood back
παθητική μετοχή
stood back
Παραδείγματα
The teacher instructed the students to stand back from the experiment table to ensure their safety.
Ο δάσκαλος διέταξε τους μαθητές να σταθούν πίσω από το τραπέζι του πειράματος για να διασφαλιστεί η ασφάλειά τους.
02
κρατάω απόσταση, υποχωρώ
to avoid a particular person, situation, or thing
Παραδείγματα
In the face of danger, it's wise to stand back and assess the situation before taking any action.
Αντιμέτωποι με τον κίνδυνο, είναι σοφό να υποχωρήσετε και να αξιολογήσετε την κατάσταση πριν αναλάβετε οποιαδήποτε δράση.
03
κρατιέμαι μακριά, υποχωρώ
to choose not to get involved in a specific activity or situation
Παραδείγματα
When negotiations became too intense, some participants chose to stand back and reevaluate the situation.
Όταν οι διαπραγματεύσεις έγιναν πολύ έντονες, μερικοί συμμετέχοντες επέλεξαν να υποχωρήσουν και να επανεκτιμήσουν την κατάσταση.



























