Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stand back
01
υποχωρώ, κρατιέμαι σε απόσταση
to position oneself at a distance from an object or person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
stand
ενεστώτας
stand back
γ΄ ενικό πρόσωπο
stands back
ενεστώτα μετοχή
standing back
απλός αόριστος
stood back
παθητική μετοχή
stood back
Παραδείγματα
The teacher asked the curious students to stand back while he demonstrated a science experiment with bubbling liquids.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους περίεργους μαθητές να σταθούν πίσω ενώ επιδείκνυε ένα επιστημονικό πείραμα με υγρά που βγάζουν φυσαλίδες.
02
κρατάω απόσταση, υποχωρώ
to avoid a particular person, situation, or thing
Παραδείγματα
During a heated argument, it 's crucial to stand back and think before responding impulsively.
Κατά τη διάρκεια ενός έντονου επιχειρήματος, είναι κρίσιμο να υποχωρήσετε και να σκεφτείτε πριν απαντήσετε παρορμητικά.
03
κρατιέμαι μακριά, υποχωρώ
to choose not to get involved in a specific activity or situation
Παραδείγματα
In moments of tension, it 's often beneficial to stand back and avoid contributing to the conflict.
Σε στιγμές έντασης, είναι συχνά ωφέλιμο να κρατιέμαι μακριά και να αποφεύγουμε να συμβάλλουμε στη σύγκρουση.



























