stalker
stal
ˈstɔ:
staw
ker
stacker

Ορισμός και σημασία του "stalker"στα αγγλικά

01

στοκερ, ακόλουθος

a person who repeatedly follows, watches, or harasses someone, causing fear or distress 
stalker definition and meaning
Παραδείγματα
He was identified as a stalker by the police. 

Ταυτοποιήθηκε ως στοκερ από την αστυνομία.

02

καταδιώκτης, στοκαδόρος

someone who stalks game 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stalkers
03

άκαμπτος περιπατητής, περπατητής με άκαμπτο βήμα

someone who walks with long stiff strides 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store