Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stalemate
01
ακινησία, αδιέξοδο
a situation in the game of chess where one is unable to make any legal moves while their king is not checkmated, therefore the game ends and no one wins
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stalemates
02
αδιέξοδο, ισοπαλία
a situation where no argument can be settled or no one can win in a contest
to stalemate
01
βρίσκομαι σε αδιέξοδο, κολλώ
subject to a stalemate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stalemate
γ΄ ενικό πρόσωπο
stalemates
ενεστώτα μετοχή
stalemating
απλός αόριστος
stalemated
παθητική μετοχή
stalemated
Λεξικό Δέντρο
stalemate
stale
mate



























