Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
staid
01
σεμνός, αξιοσέβαστος
dignified, respectable, and showing little or no excitement or change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
staidest
συγκριτικός βαθμός
staider
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, appearance
Παραδείγματα
The staid businessman always adhered to traditional dress codes, favoring suits and ties over more casual attire.
Ο σεμνός επιχειρηματίας τηρούσε πάντα τους παραδοσιακούς κώδικας ένδυσης, προτιμώντας κοστούμια και γραβάτες από πιο χαλαρά ρούχα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
staidly
staidness
staid



























