Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stainless
01
ανοξείδωτο ατσάλι
steel containing chromium that makes it resistant to corrosion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
stainless
01
άψογος, αμόλυντος
(of reputation) free from blemishes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stainless
συγκριτικός βαθμός
more stainless
διαβαθμίσιμο
02
ανοξείδωτο, ανθεκτικό στις κηλίδες
resistant to staining, rusting, or corrosion
Παραδείγματα
The stainless steel water bottle kept liquids cold for hours without imparting any taste.
Το μπουκάλι νερού από ανοξείδωτο ατσάλι κράτησε τα υγρά κρύα για ώρες χωρίς να μεταδώσει καμία γεύση.



























