stagehand
stage
ˈsteɪʤ
steij
hand
hænd
hānd

Ορισμός και σημασία του "stagehand"στα αγγλικά

01

σκηνικός, εργάτης σκηνής

a stage worker who deals with moving props or scenery in a theatrical performance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stagehands

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stagehand

stage

+

hand

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store