Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beneficially
01
ωφελιμα, ευνοϊκά
in a manner providing advantages or favorable results
Παραδείγματα
Engaging in regular exercise and maintaining a balanced diet can contribute beneficially to overall health.
Η συμμετοχή σε τακτική άσκηση και η διατήρηση μιας ισορροπημένης διατροφής μπορεί να συμβάλει ωφέλιμα στη γενική υγεία.
Λεξικό Δέντρο
beneficially
beneficial
benefic



























