Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beneficially
01
ωφελιμα, ευνοϊκά
in a manner providing advantages or favorable results
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new health program was implemented beneficially, leading to improved well-being for the participants.
Το νέο πρόγραμμα υγείας εφαρμόστηκε ωφέλιμα, οδηγώντας σε βελτίωση της ευεξίας των συμμετεχόντων.
Λεξικό Δέντρο
beneficially
beneficial
benefic



























